Δικαστικές αποφάσεις 2019 / 12 Μαρτίου 2019
ΑΠΟΦΑΣΗ: ……. /2019
(αριθμός κατάθεσης Α’ ανακοπής: …../…..2013)
(αριθμός κατάθεσης Β’ ανακοπής: …./…..2013)
(αριθμός κατάθεσης προσθέτων λόγων Α’ ανακοπής: …/….2018)
(αριθμός κατάθεσης προσθέτων λόγων Β’ ανακοπής: ../….2018)
(αριθμός κατάθεσης προσθέτων λόγων ανακοπής: ../….2018)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή ……, Πρωτόδικη, ο οποίος ορίσθηκε από την Πρόεδρο Πρωτοδικών που διευθύνει το Πρωτοδικείο Κέρκυρας, και από τη Γραμματέα …….., που ορίστηκε με την υπ’ αριθμ. 181α/2018 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών που διευθύνει το Πρωτοδικείο Κέρκυρας.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριο του, την …..2018, για να δικάσει τις υποθέσεις (Α’ και Β’) μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΟΣ: ….. του …., κατοίκου ……., Ε.Ο. ……., περιοχή Τ……α, που παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου ……. (Α.Μ.Δ.Σ.Α ……., ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία “ΤΡΑΠΕΖΑ ΕURΟΒΑΝΚ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Όθωνος αρ. 8 και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε διά του πληρεξούσιου δικηγόρου …. (Α.Μ.Δ.Σ.Κ .….), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις. Ο ανακόπτων ζητεί να γίνουν δεκτά: α) η ανακοπή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../…2013, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της …. και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, β) η ανακοπή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./….2013, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της ….2016 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, γ) το δικόγραφο προσθέτων λόγων επί της με αριθμό κατάθεσης ../…2013 ανακοπής του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../..2018, προσδιορίστηκε να
συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, δ) το δικόγραφο προσθέτων λόγων επί της με αριθμό κατάθεσης ../…2013 ανακοπής του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../….2018, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο, ε) το δικόγραφο προσθέτων λόγων επί της με αριθμό κατάθεσης ../2016 ανακοπής του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../…2018, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο της ….2018 και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο . Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων που παραστάθηκαν στο ακροατήριο, ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά και τις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού: Α) η με αριθμό κατάθεσης …/…2013 ανακοπή, Β) η με αριθμό κατάθεσης ../…2013 ανακοπή, Γ) οι με αριθμό κατάθεσης ../…2018 πρόσθετοι λόγοι επί της με αριθμό κατάθεσης ../…2013 ανακοπής, Δ) οι με αριθμό κατάθεσης ../…2018 πρόσθετοι λόγοι επί της με αριθμό κατάθεσης ../….2013 ανακοπής, Ε) οι με αριθμό κατάθεσης ../.2018 πρόσθετοι λόγοι επί της με αριθμό κατάθεσης ../2016 ανακοπής, εκ των οποίων οι υπό στοιχεία α’, β’, γ’, δ’ πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι υπάγονται στην ίδια διαδικασία, συγκεκριμένα δε στην ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την οποία δικάζει το Δικαστήριο ως προσήκουσα, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 591 παρ. 2 ΚΠολΔ, επειδή οι ανωτέρω υπό στοιχεία Α’ και Β’ ανακοπές κατατέθηκαν μετά την ισχύ του Ν. 4055/2012 και πριν την ισχύ του Ν. 4335/2015 (ΜΠρθεσ 7469/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και άρα δεν υπάγονται στην τακτική διαδικασία, κατά την οποία έχουν εισαχθεί, κατά την κρίση δε του Δικαστηρίου, διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης, ενώ επέρχεται επιπλέον και μείωση των εξόδων (άρθρα 246 και 585 παρ. 2 εδ. β’ ΚΠολΔ). Πλην όμως, ως προς το με αριθμό κατάθεσης ../…2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων επί της με αριθμό κατάθεσης ../2016 ανακοπής, πρέπει η συζήτησή του να κηρυχθεί απαράδεκτη, διότι αυτό δεν μπορεί να συζητηθεί αυτοτελώς και χωριστά, παρά μόνο μαζί με το κύριο δικόγραφο της με αριθμό κατάθεσης ./2016 ανακοπής, με την οποία και έχει άμεση συνάφεια και επί της οποίας προσθέτει τους αναφερόμενους σ’ αυτό λόγους, η οποία όμιος δεν εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, αλλά είχε προσδιοριστεί προς συζήτηση για τη δικάσιμο της …2017, μετά δε από αναβολή για τη δικάσιμο της ….2017, οπότε και συζητήθηκε κι επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθμό …./2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, κατά την ειδική διαδικασία, η οποία ανέβαλλε την έκδοσης απόφασης επί της με αριθμό κατάθεσης ../2016 ανακοπής, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί των με αριθμούς κατάθεσης 577/3.12.2013 και 5../..2013 ανακοπών, που φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού.
Α’
Ο ανακόπτων με την υπό κρίση υπό στοιχείο Α’ ανακοπή του, καθώς και με το με αριθμό κατάθεσης ../…..2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής, ζητεί να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους σ’ αυτά λόγους, η υπ’ αριθμ. …/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία υποχρεώθηκε, για απαίτηση προερχόμενη από σύμβαση χορήγησης πίστωσης προς αγορά επαγγελματικής στέγης, να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή ως επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 62.572,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από …..2013, ήτοι από την επομένη της ημέρας επίδοσης στον ανωτέρω της εξώδικης δήλωσης – καταγγελίας της καθ’ ης, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, καθώς και δικαστικά έξοδα ποσού 2.498 ευρώ, καθώς επίσης και να καταδικαστεί η καθ’ ης στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη ανακοπή, από τους 2°, 3°, 5° και 6° λόγο της οποίας παραιτήθηκε ο νομότυπα ο ανακόπτων με το με αριθμό κατάθεσης …/…2016 αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε στην καθ’ ης (βλ. τη με αριθμό ….1..2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κέρκυρας Στέφανου Γρίμμα), αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο (άρθρο 632 παρ.1 ΚΓ.ολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ανακοπής ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 4055/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 2 ΚΠολΔ) εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθώς η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε από τη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Πρέπει, όμως, να εκδικαστεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 591 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ), επειδή κατατέθηκε μετά την ισχύ του Ν. 4055/2012 και πριν την ισχύ του Ν. 4335/2015 (ΜΠρθεσ 7469/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και άρα δεν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, κατά την οποία έχει εισαχθεί. Περαιτέρω, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών, αφού η μεν διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την ….2013 (βλ. την προσκομιζόμενη από την καθ’ ης υπ’ αριθμ……11.2013, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ……), ενώ η ένδικη ανακοπή κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου την …2013 και επιδόθηκε στην καθ’ ης εμπροθέσμως αυθημερόν, αφού στην προθεσμία των δεκαπέντε εργασίμων ημερών κατ’ άρθρο 632 ΚΠολΔ δεν υπολογίζονται τα Σάββατα, τα οποία δεν θεωρούνται ως εργάσιμες ημέρες (άρθρο 144 παρ.3, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν.3994/2011) και οι επίσημες αργίες (βλ. την υπ’αριθμ…./.2013 έκθεση κατάθεσης δικογράφου της κρινόμενης ανακοπής και την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ….., με ημερομηνία ….2013 στο σώμα της ανωτέρω ανακοπής). Επίσης, ο πρόσθετος λόγος ασκήθηκε εμπροθέσμως, ήτοι οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση, αφού το δικόγραφό του επιδόθηκε στην καθ’ης, την ….2018 (βλ. την υπ’ αριθμ. . ../1…2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας, ..).
Β’
Ο ανακόπτων με την υπό κρίση υπό στοιχείο Β’ ανακοπή του, καθώς και με το με αριθμό κατάθεσης ../..2018 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αυτής, ζητεί να ακυρωθεί, για τους αναφερόμενους σ’ αυτά λόγους, η υπ’ αριθμ. …/2013 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, με την οποία υποχρεώθηκε, για απαίτηση προερχόμενη από σύμβαση χορήγησης πίστωσης προς αγορά επαγγελματικής στέγης, να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή ως επιδικασθέν κεφάλαιο το ποσό των 121.290.53 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από …2013, ήτοι από την επομένη της ημέρας επίδοσης στον ανωτέρω της εξώδικης δήλωσης – καταγγελίας της καθ’ ης, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, καθώς και δικαστικά έξοδα ποσού 4.842 ευρώ, καθώς επίσης και να καταδικαστεί η καθ’ ης στα δικαστικά του έξοδα. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η κρινόμενη ανακοπή, από τους 2° λόγο – στοιχείο Β’, 4° και 5° λόγο της οποίας παραιτήθηκε νομότυπα ο ανακόπτων με το με αριθμό κατάθεσης ../…2016 αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε στην καθ’ ης (βλ. τη με αριθμό ……2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κέρκυρας …), αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο (άρθρο 632 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε κατά το χρόνο άσκησης της ανακοπής ήτοι μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 4055/2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 14 παρ. 2 ΚΠολΔ) εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθώς η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εκδόθηκε από τη Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου. Πρέπει, όμως, να εκδικαστεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 591 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά την προσήκουσα ειδική διαδικασία των διαφορών από πιστωτικούς τίτλους (άρθρο 632 παρ. 2 ΚΠολΔ), επειδή κατατέθηκε μετά την ισχύ του Ν. 4055/2012 και πριν την ισχύ του Ν. 4335/2015 (ΜΠρθεσ 7469/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και άρα δεν υπάγεται στην τακτική διαδικασία, κατά την οποία έχει εισαχθεί. Περαιτέρω, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των δεκαπέντε εργασίμων ημερών, αφού η μεν διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στον ανακόπτοντα την ….2013 (βλ. την προσκομιζόμενη από την καθ’ ης υπ’ αριθμ. ….2013, έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας, ….), ενώ η ένδικη ανακοπή κατατέθηκε ενώπιον της Γραμματείας του παρόντος Δικαστηρίου την … και επιδόθηκε στην καθ’ ης εμπροθέσμως αυθημερόν, αφού στην προθεσμία των δεκαπέντε εργασίμων ημερών κατ άρθρο 632 ΚΠολΔ δεν υπολογίζονται τα Σάββατα, τα οποία δεν θεωρούνται ως εργάσιμες ημέρες (άρθρο 144 παρ.3, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 14 του Ν.3994/2011) και οι επίσημες αργίες (βλ. την υπ’αριθμ…/…2013 έκθεση κατάθεσης δικογράφου της κρινόμενης ανακοπής και την σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή ….., με ημερομηνία …2013 στο σώμα της ανωτέρω ανακοπής. Επίσης, ο πρόσθετος λόγος ασκήθηκε εμπροθέσμως, ήτοι οκτώ ημέρες πριν από τη συζήτηση, αφού το δικόγραφό του επιδόθηκε στην καθ’ης, την 11.2018 (βλ. την υπ’αριθμ…../1…2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Κέρκυρας, ..).
I. Το δικόγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα απαιτούμενα κατά νόμο (άρθρα 118 και 119 ΚΠολΔ) για κάθε δικόγραφο στοιχεία, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο τους λόγους της, με τους οποίους οριοθετείται η δίκη της ανακοπής, να περιέχει δηλαδή με σαφήνεια τις αντιρρήσεις και ενστάσεις του ανακόπτοντος κατά της συνδρομής των νόμιμων προϋποθέσεων για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής (ΑΠ ..2002 ΕλλΔ 2003, ..7, ΜονΠρΓρεβ ./2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, όταν με το λόγο της ανακοπής αμφισβητείται η ύπαρξη ή το ύψος της απαιτήσεως, ο λόγος αυτός έχει αρνητικό χαρακτήρα, αφού ο καθ’ ου η ανακοπή, ο οποίος επέχει θέση ενάγοντος, έχει το υποκειμενικό βάρος, κατά το γενικό δικονομικό κανόνα του άρθρου 338 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την απόδειξη με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, της ύπαρξης και του ποσού της απαιτήσεως του (ΑΠ 1861/2011 ΜονΠρΛαμ 8/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Είναι δε επιτρεπτή η συμφωνία με την οποία η οφειλή του πιστούχου στην πιστώτρια τράπεζα, που θα προκύψει από το οριστικό κλείσιμο της πιστώσεως, θα αποδεικνύεται από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της τράπεζας (ΑΠ 370/2012, ΑΓι 925/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με την εν λόγω συμφωνία προσδίδεται άνευ ετέρου σε ιδιωτικά έγγραφα πλήρης αποδεικτική ισχύς την οποία διαφορετικά θα είχαν μόνο υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 448 ΚΠολΔ ελλείψει των οποίων θα περιέπιπταν σε απλά δικαστικά τεκμήρια (339 ΚΠολΔ), πλην όμως δεν αντιστρέφεται το βάρος απόδειξης, καθώς ο δανειολήπτης διατηρεί το δικαίωμα ανταπόδειξης, ακόμα και αν συμφωνηθεί το αντίθετο (ΑΠ 430/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η δε ανταπόδειξη αντιδιαστέλλεται εννοιολογικά από την κύρια απόδειξη, δηλαδή από την αποδεικτική διαδικασία που διεξάγει ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης (βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, σελ. 1568) και συνίσταται κατά περιεχόμενο στη δικονομική δυνατότητα του αντιδίκου να καταρρίψει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων που χρησιμοποιούνται από τον φέροντα το βάρος της κύριας απόδειξης διάδικο, καταδεικνύοντας την αναξιοπιστία τούτων, είτε καθ’ αυτά είτε με την επίκληση και προσκόμιση ίδιων αποδεικτικών μέσων (βλ. Νικολόπουλο, Δίκαιο Αποδείξεως, Β’ έκδοση, σελ. 151), χωρίς να χρειάζεται να πείσει το Δικαστή για την ανακρίβεια των αποδεικτέων ισχυρισμών παρά μόνο να δημιουργήσει αμφιβολία ως προς την αλήθεια τους, οπότε και θα απορριφθεί η εκκρεμής αίτηση ως αβάσιμη, αφού τον κίνδυνο αμφιβολίας ως προς τη συνδρομή των γεγονότων στα οποία στηρίζεται η επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια φέρει ο έχων το κύριο βάρος απόδειξης και όχι ο αντίδικος του που διεξάγει την ανταπόδειξη. Επομένως, το εν λόγω δικονομικό δικαίωμα αντιδιαστέλλεται και ως προς την απόδειξη του αντιθέτου που καθιερώνει το άρθρο 338 παρ.2 ΚΠολΔ ως προς τα νόμιμα τεκμήρια, οπότε και ο αντίδικος του απούντος φέρει το βάρος της κύριας απόδειξης του αντιθέτου εκείνου που τεκμαίρει ο νόμος, της δημιουργίας δηλαδή πλήρους δικανικής πεποίθησης και όχι απλώς αμφιβολίας. Εκ των ως άνω προκύπτει ότι δεν υφίσταται βάρος παρά μόνο δικαίωμα ανταπόδειξης (βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, Ερμηνεία, σελ 1568 – 1569). Τα ως άνω σχετικά με το βάρος αποδείξεως και τη δυνατότητα ανταποδείξεως ισχύουν και ως προς τις προϋποθέσεις εφαρμογής των δικονομικών κανόνων δικαίου, κάθε δε διάδικος φέρει το βάρος αποδείξεως των γεγονότων τα οποία στηρίζουν τα δικονομικά αιτήματά του (βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, Ερμηνεία των άρθρων, σελ 1508 – 1510). Προκειμένου δε να εκδοθεί η διαταγή πληρωμής απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων του άρθρου 623 ΚΠολΔ και των αρνητικών προϋποθέσεων του άρθρου 624 ΚΠολΔ. Αν ο λόγος ανακοπής στηρίζεται στην αμφισβήτηση των ως άνω προϋποθέσεων τότε ο δανειστής έχει υποχρέωση να αποδείξει τη συνδρομή τους, διότι οι προϋποθέσεις αυτές είναι απαραίτητες για την επέλευση της επιδιωκόμενης δια της σχετικής αιτήσεως του έννομης συνέπειας ήτοι της έκδοσης έγκυρης διαταγής πληρωμής (Βλ. Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, Ερμηνεία, Ειδικές Διαδικασίες, σελ.244). Στην περίπτωση κατά την οποία κατόπιν άσκησης ανακοπής του άρθρου 632 ΚΠολΔ διαπιστωθεί ότι δεν συνέτρεχε μία εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων η διαταγή πληρωμής θα ακυρωθεί διότι θα έχει αποδειχθεί ότι η αίτηση επί της οποίας εκδόθηκε ήταν δικονομικά ουσία αβάσιμη (βλ. για την έννοια της δικονομικά αβάσιμης διαδικαστικής πράξης σε Κ. Μπέη, Πολιτική Δικονομία, Ερμηνεία, Εισαγωγή στη δικονομική σκέψη και γενικές διατάξεις 1-207, σελ. 94). Αν κατά ενάσκηση του σχετικού δικαιώματος του ο οφειλέτης αμφισβητήσει με λόγο ανακοπής το εκκαθαρισμένο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε διαταγή πληρωμής δεν απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού να προσδιορίσει και το ύψος στο οποίο θα ανερχόταν η απαίτηση αν αυτή ήταν εκκαθαρισμένη (ΕφΠειρ 711/2011, ΕφΠειρ 5/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς, όπως προεκτέθηκε, το βάρος της συνδρομής των θετικών και αρνητικών προϋποθέσεων έκδοσης διαταγής πληρωμής φέρει ο δανειστής. Ο ανακόπτων προκειμένου να ευδοκιμήσει η ανακοπή του δεν χρειάζεται να αποδείξει ούτε ότι η απαίτηση είναι ανεκκαθάριστη, ότι δηλαδή το ποσό της δεν είναι ορισμένο, αρκεί μόνο αμφισβητώντας την αρνητική αυτή προϋπόθεση στα πλαίσια της ανταποδεικτικής του ευχέρειας να δημιουργήσει αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τη συνδρομή της και περαιτέρω να μην επιτύχει ο καθ’ ου η ανακοπή να άρει τη σχετική αμφιβολία παρότι φέρει τον κίνδυνό της ως έχων το υποκειμενικό και αντικειμενικό βάρος απόδειξής της. Όσο δε αφορά απαίτηση τράπεζας από σύμβαση δανείου η οποία κατά δικονομική συμφωνία των διαδίκων αποδεικνύεται πλήρως από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων, στην περίπτωση κατά την οποία ο οφειλέτης σε βάρος του οποίου έχει εκδοθεί βάσει των αποσπασμάτων διαταγή πληρωμής επικαλεστεί με την ανακοπή του και αποδείξει ότι είναι άκυρος όρος του δανείου δυνάμει του οποίου έχει επιβαρυνθεί η εκ του δανείου οφειλή με επιπλέον χρηματικά ποσά πέραν του κεφαλαίου, όπως τόκους και έξοδα τα οποία έχουν ανατοκισθεί, κεφαλαιοποιηθεί και επανατοκισθεί με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο διαχωρισμός και η αφαίρεσή τους από τη συνολική απαίτηση με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς και ως εκ τούτου να μην αποδεικνύεται το ακριβές ύψος της από τα προσκομιζόμενα για την έκδοση διαταγής πληρωμής αποσπάσματα, αμφισβητεί όχι μόνο τη συνδρομή της αρνητικής προϋπόθεσης που σχετίζεται με το ορισμένο ποσό της απαίτησης, το να μην είναι δηλαδή αυτή ανεκκαθάριστη, αλλά και της θετικής προϋπόθεσης της σχετικής με την έγγραφη απόδειξη του ακριβούς ύψους της. Η αντίθετη άποψη κατά την οποία ο ανακόπτων πρέπει όχι μόνο να επικαλεστεί το ανεκκαθάριστο της απαίτησης αλλά επιπλέον και να προσδιορίσει το ποσό κατά το οποίο είναι ανεκκαθάριστη η απαίτηση προκειμένου να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος ανακοπής συνεπάγεται την ανεπίτρεπτη κεκαλυμμένη αντιστροφή του βάρους απόδειξης αφού κατ’ αυτόν τον τρόπο μετατίθεται στον ανακόπτοντα η υποχρέωση του καθ’ ου η ανακοπή και αιτούντος την έκδοση διαταγής πληρωμής να επικαλεστεί το ακριβές ύψος της απαίτησής του και να αποδείξει εγγράφους το βέβαιο και εκκαθαρισμένο αυτής. Όμως ο φέρων το βάρος απόδειξης φέρει και το βάρος επίκλησης των αποδεικτέων και ως εκ τούτου σε περίπτωση που ο ανακόπτων αμφισβητήσει και κατά μείζονα λόγο σε περίπτωση που αποδείξει το ανεκκαθάριστο της απαίτησης για την οποία εκδόθηκε η διαταγή πληρωμής ο καθ’ ου είναι αυτός που θα πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει μέχρι ποιου ύψους είναι εκκαθαρισμένη η απαίτησή του εφόσον βέβαια αυτό είναι εφικτό από τα προσκομιζόμενα με την αίτησή του έγγραφα άλλως η διαταγή πληρωμής είναι ακυρωτέα στο σύνολο της λόγω μη συνδρομής της εν λόγω αρνητικής δικονομικής προϋπόθεσης για την έκδοσή της. Επίσης η άποψη κατά την οποία είναι μεν ορισμένος ο λόγος της ανακοπής με τον οποίο αμφισβητείται το εκκαθαρισμένο της απαίτησης πλην όμως αν δεν επικαλείται ο ανακόπτων το ποσό κατά το οποίο είναι ανεκκαθάριστη θα πρέπει να διατάσσεται λογιστική πραγματογνωμοσύνη προς ανεύρεσή του προκειμένου να ακυρωθεί κατά το αντίστοιχο μέρος της η διαταγή πληρωμής και όχι εν όλω, οδηγεί σε καταστρατήγηση των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ, καθώς η ανάγκη διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης προϋποθέτει ότι δεν είναι ορισμένο το ποσό της απαίτησης για το οποίο έχει εκδοθεί η διαταγή πληρωμής και δεν αποδεικνύεται το ακριβές ύψος της από τα προσκομιζόμενα έγγραφα. Η διαπίστωση όμως των ανωτέρω οδηγεί για τους προαναφερόμενους λόγους στην ακύρωση της διαταγής πληρωμής και όχι στην έκδοση απόφασης περί διενέργειας λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, η οποία ενδεχομένως να ήταν η προσήκουσα αν επιδιωκόταν η επιδίκαση της απαίτησης εκ δανείου με αγωγή κατά την τακτική διαδικασία, στη δίκη όμως της ανακοπής όπου κρίνεται μεταξύ άλλων αν συνέτρεχαν οι δικονομικές προϋποθέσεις έγκυρης έκδοσης της διαταγής πληρωμής κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης είναι ανεπίτρεπτη η εκ των υστέρων αναδρομική αναπλήρωση της διαπιστούμενης έλλειψης των ως άνω προϋποθέσεων και δη με αποδεικτικό μέσο το οποίο δεν είναι πρόσφορο για την έκδοση διαταγής πληρωμής καθώς δεν είναι έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 623 ΚΠολΔ. Τέλος η ανακοπή του άρθρου 632 ως ειδική μορφή της γενικής ανακοπής του άρθρου 583 ΚΠολΔ δεν είναι παρά μία μορφή διαπλαστικής αγωγής με ακυρωτικό αίτημα, (Βλ. Κ. Μπέη/ Πολιτική Δικονομία/ Ερμηνεία των άρθρων/ Ένδικα μέσα και ανακοπές/ σελ. 2409) συνεπώς το αντικείμενό της δίκης δεν αποτιμάται σε χρήμα και τα δικαστικά έξοδα προσδιορίζονται υπό το δεδομένο αυτό.
II. Περαιτέρω στην παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 128/1975 ορίζεται ότι “επιβάλλεται από το έτος 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανόμενης και της Τράπεζας της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω I του παρόντος λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) τοις χιλίοις ετησίως επί του μόνου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων των χορηγούμενων υπ’ αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων των πιστώσεων προς τράπεζας, ως και προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αυτή οφείλεται πέραν των δυνάμει της από 19 Μαρτίου 1962 μεταξύ των τραπεζών συμβάσεως ως αυτή τροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών”. Στην παρ. I του ίδιου άρθρου, εξάλλου, στην οποία αναφέρονται τα προηγούμενα, προβλέπεται άνοιγμα κοινού λογαριασμού στην Τράπεζα της Ελλάδος για επιστροφή διαφορών τόκων σε εξαγωγικές επιχειρήσεις. Στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ακόμη, ότι ο λογαριασμός αυτός δημιουργήθηκε με σύμβαση μεταξύ των τραπεζών στις 19 Μαρτίου 1962 και αργότερα στις 30.1.1969 και εγκρίθηκε με τις αποφάσεις 1265/1962 και 1520/1969, αντίστοιχα, της νομισματικής επιτροπής, οι οποίες εγκρίθηκαν από το υπουργικό συμβούλιο. Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η παραπάνω εισφορά δεν αποτελεί φόρο, προμήθεια ή έξοδο των τραπεζών, έτσι ώστε να είναι δυνατή η μετακύλισή της στους δανειολήπτες, αλλά προσαύξηση συμβατικής μεταξύ των τραπεζών υποχρέωσης λόγω των προαναφερομένων συμβάσεων που κατήρτισαν στις 19.3.1962 και 30.1.1969. Πέραν αυτού, στην παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2515/1997, που ρυθμίζει την ίδια εισφορά στις περιπτώσεις των δανείων που χορηγούνται από πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού, ορίζεται ότι η “εισφορά αυτή (ν, 128/1975) επιβάλλεται και επί των δανείων σε δραχμές και συνάλλαγμα και των ισοδυνάμου αποτελέσματος συμβάσεων από πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού προς φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα προς υποβολή φορολογικής δήλωσης. Στην περίπτωση αυτή υπόχρεος προς απόδοση της εισφοράς είναι ο δανειοδοτούμενος”. Ο διαχωρισμός του νόμου είναι εύλογος στην περίπτωση αυτή, διότι τα πιστωτικά ιδρύματα του εξωτερικού δεν δεσμεύονται από . τις προαναφερόμενες συμβάσεις μεταξύ των τραπεζών, που αποτέλεσαν τη βάση της ρυθμίσεως. Από το σύνολο των παραπάνω διατάξεων προκύπτει, ότι η εισφορά αυτή του ν. 128/1975 βαρύνει τα κάθε είδους πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και σε καμία περίπτωση τους δανειολήπτες – πελάτες αυτών. Έναντι του δικαιούχου της εισφοράς (τράπεζας της Ελλάδος) υπόχρεος για την καταβολή είναι το πιστωτικό ίδρυμα και όχι ο δανειοδοτούμενος (ΑΠ 1356/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 3288/2014 ΔΕΕ 2014.972, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαμ 124/2007 Αρμ 63 (2009). 1190 επόμ., ΕφΑΘ 1431/2004, ΕΕμπΔ 2004.591 επόμ., Τριανταφυλλίδης X. Λόγοι ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής από τραπεζικές συμβάσεις, Δημ.ΕΠολΔ 12, σ. 62-68 όπου και επιπλέον εκτενείς παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Και βέβαια, είναι δυνατή η διά συμβάσεως ανάληψη εκ μέρους τρίτου προσώπου της σχετικής υποχρεώσεως (ΑΚ 361,471 επ.), όμως δεν μπορεί να γίνει λόγος για αναδοχή χρέους στην περίπτωση αυτή, αφού απαιτείται σύμβαση μεταξύ του δανειστή (Τράπεζα Ελλάδος) και του τρίτου, αλλά μόνο για απλή υπόσχεση ελευθερώσεως (ΑΚ 478). Η σύμβαση αυτή όμως είναι αιτιώδης, σε αντίθεση με τη σωρευτική ή τη στερητική αναδοχή χρέους (Γεωργιάδης Απόστολος, Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό μέρος σ. 444, Κρητικός σε: ΑΚ Γεωργιάδη – Σταθόπουλου, άρθρο 478, αρ. 2), σε κάθε περίπτωση δε υπόκειται σε έλεγχο μέσω των γενικών ρητρών του ΑΚ, ιδίως των άρθρων 174 και 281 ΑΚ (βλ. Σταθόπουλος σε ΑΚ Γεωργιάδη Σταθόπουλου, 361 ΑΚ 15). Έτσι, στην περίπτωση της εισφοράς του ν. 128/1975, η συμφωνία ελευθερώσεως είναι άκυρη, αν δεν προβλέπεται από τη σύμβαση αιτία επιδόσεως ως προς τη συγκεκριμένη παροχή (βλ. Παπαντωνίου, Γενικές Αρχές 1983, σ. 280 και με άλλη αιτιολογία ως προς τη θεμελίωση του παρανόμου βλ. ΕφΑΘ 5253/2003 ΕΕμπΑ 2003.643, ΕφΑΘ 1431/2004 ΕΕμπΔ 2004.591).
III. Επιπλέον, στο άρθρο 1 παρ. 4 του νόμου 2251/1994 ορίζεται, ότι καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά, ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Αναγκαίες προϋποθέσεις, προκειμένου να θεωρηθεί ως καταναλωτής το πρόσωπο που επιζητεί την προστασία του νόμου, είναι να πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά και ο προμηθευόμενος τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες να είναι ο τελικός αποδέκτης τους. Καταναλωτής, άλλωστε, θεωρείται ο τελικός οικονομικός αποδέκτης των ανωτέρω προϊόντων και υπηρεσιών που προσφέρονται στην αγορά, ανεξαρτήτως αν αποβλέπουν στην ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών, όπως απαιτούσε το προηγούμενο δίκαιο (άρθρο 2 αρ. 1 ν. 1961/1991, βλ. σχετικά ΟλΑΠ 13/2015, ΑΠ 1738/2009, ΑΠ 16/2009, ΑΠ 989/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί, όπως προκύπτει και από την εισηγητική έκθεση του, στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, που ορίζει ότι “Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή”, επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σ’ αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών ΓΟΙ και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 2β της άνω οδηγίας. Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεσή του (κοινοτικού νομοθέτη) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της ελληνικής έννομης τάξης δεν έχουν θεσπισθεί ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις που να αφορούν αμέσως τις προϋποθέσεις και την έκταση του ελέγχου των ΓΟΣ τραπεζών. Δεδομένης όμως της διαρκούς επέκτασης των μαζικών συναλλαγών με συνέπεια τη συνηθέστατη προσχώρηση του, ασθενέστερου οικονομικά μέρους σε μονομερώς διατυπωμένους όρους πρέπει να γίνει δεκτή η επέκταση της προστασίας του καταναλωτή και στις τραπεζικές συναλλαγές. Και τούτο διότι από την ευρεία, ως ανωτέρω, διατύπωση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994 δεν συνάγεται οποιαδήποτε πρόθεση του νομοθέτη να αποκλείσει από το πεδίο εφαρμογής του νόμου τις συναλλαγές αυτές. Εξάλλου, οι συνήθεις τραπεζικές υπηρεσίες, μεταξύ τοον οποίων και η χορήγηση δανείων και πιστώσεων, απευθύνονται πάντοτε στον τελικό τους αποδέκτη, διότι αναλώνονται με τη χρήση τους, αποκλείοντας το στάδιο της περαιτέρω μεταβίβασής τους. Υπό την εκδοχή αυτή, οι ως άνω τραπεζικές υπηρεσίες είναι παροχές προς τελικούς αποδέκτες, ακόμη και όταν αυτοί είναι έμποροι ή επαγγελματίες και χρησιμοποιούν αυτές για την ικανοποίηση επιχειρηματικών ή επαγγελματικών τους αναγκών, αναλισκόμενες αμέσως από τους ίδιους στο πλαίσιο τραπεζικής συναλλαγής και όχι ενδιάμεσης προς περαιτέρω μεταβίβασή τους. Έτσι υπάγονται στην προστασία του ν. 2251/1994 όχι μόνο οι τραπεζικές υπηρεσίες, που από τη φύση τους απευθύνονται σε ιδιώτες πελάτες για την εξυπηρέτηση προσωπικών τους αναγκών, αλλά και αυτές που απευθύνονται σε επαγγελματίες, όπως είναι η χορήγηση δανείων και πιστώσεων για την εξυπηρέτηση επαγγελματικών ή επιχειρηματικών αναγκών. Συνεπώς και ο δανειολήπτης επαγγελματικού ή επιχειρηματικού δανείου θεωρείται τελικός αποδέκτης των πιστωτικών υπηρεσιών της τράπεζας και συνεπώς και καταναλωτής υπό την έννοια του άρθρου 1 παρ. 4 περ. α του ν. 2251/1994 (ΟλΑΠ 13/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ανακόπτων με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αμφότερων των υπό στοιχεία Α’ και Β’ ανακοπών του ζητεί, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους, την ακύρωση των προσβαλλόμενων διαταγών πληρωμής στο σύνολό τους, ισχυριζόμενος ότι παράνομα μετακυλίσθηκε, από την καθ’ ης, στον ίδιο ως πιστούχο, δυνάμει αμφότερων των μεταξύ τους συμβάσεων χορήγησης πίστωσης, βάσει των οποίων η καθ’ ης εξέδωσε τις προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής, η εισφορά του ν. 128/1975. Με το ως άνω περιεχόμενο ο ως άνω λόγος είναι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη ορισμένος και νόμιμος παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της καθ’ ης οι ανακοπές και συνεπώς πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσία.
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ….. του …, που εξετάστηκε με επιμέλεια του ανακόπτοντος στο ακροατήριο, και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, καθώς και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, πλην της με αριθμό …/….2018 ένορκης βεβαίωσης του ….. του … ενώπιον του Ειρηνοδίκη Κέρκυρας, ….., η οποία λήφθηκε με επιμέλεια του ανακόπτοντος, χωρίς ωστόσο να αποδεικνύεται ότι τηρήθηκε η προβλεπόμενη κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ διαδικασία κλήτευσης της καθ’ ης και η οποία συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη κατ’ άρθρο 424 ΚΠολΔ, αποδείχτηκαν τα εξής: Δυνάμει της με αριθμό …/2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της καθ’ ης η ανακοπή, ο ανακόπτων, επιτάσσεται, στην καταβολή ποσού 121.290.53 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από …. ήτοι από την επομένη της ημέρας επίδοσης στον ανωτέρω της εξώδικης δήλωσης – καταγγελίας της καθ’ ης, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, καθώς και ποσού 4.842 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη έκδοσης της διαταγής πληρωμής, που προέκυψε από τη λειτουργία της …./…2003 σύμβασης δανείου – παροχής πίστωσης για αγορά επαγγελματικής στέγης, ύψους χορηγούμενης πίστωσης 200.000 ευρώ και του Προσαρτήματος I αυτής, που καταρτίσθηκαν κατά την ανωτέρω ημερομηνία στην Κέρκυρα μεταξύ του ανακόπτοντος και της καθ’ ης. Προέκυψε περαιτέρω ότι η καθ’ ης τράπεζα προχώρησε στο κλείσιμο
του με αριθμό ……………… λογαριασμού, ο οποίος είχε ανοιχθεί για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης και στην καταγγελία της σχετικής σύμβασης στις ……..2013, τα οποία και γνωστοποίησε στον ανακόπτοντα την ……. με την επίδοση σε αυτόν του από 22.5.2013 εξωδίκου, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …….2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας ………., με το οποίο τον καλούσε να της καταβάλει το ποσό των 121.290,53 ευρώ, με το συμβατικό τόκο υπερημερίας από την επομένη της κοινοποίησης της καταγγελίας και μέχρις εξοφλήσεως. Επίσης, προέκυψε ότι δυνάμει της με αριθμό …./2013 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της καθ’ ης η ανακοπή, ο ανακόπτων, επιτάσσεται, στην καταβολή ποσού 62.572,03 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από …..2013, ήτοι από την επομένη της ημέρας επίδοσης στον ανωτέρω της εξώδικης δήλωσης – καταγγελίας της καθ’ ης, των τόκων ανατοκιζομένων ανά εξάμηνο, καθώς και ποσού 2.498 ευρώ για τη δικαστική δαπάνη έκδοσης της διαταγής πληρωμής, που προέκυψε από τη λειτουργία της …../……2003 σύμβασης παροχής πίστωσης για αγορά επαγγελματικής στέγης, ύψους χορηγούμενης πίστωσης 60.000 ευρώ, που καταρτίσθηκε κατά την ανωτέρω ημερομηνία στην Κέρκυρα μεταξύ του ανακόπτοντος και της καθ’ ης. Προέκυψε περαιτέρω ότι η καθ’ ης τράπεζα προχώρησε στο κλείσιμο του με αριθμό ……………….. λογαριασμού, ο οποίος είχε ανοιχθεί για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω σύμβασης και στην καταγγελία της σχετικής σύμβασης στις …..2013, τα οποία και γνωστοποίησε στον ανακόπτοντα την …2013, με την επίδοση σε αυτόν του από ..2013 εξωδίκου, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. ….2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Κέρκυρας Μιχαήλ Μαυρογιαννάκη, με το οποίο τον καλούσε να της καταβάλει το ποσό των 62.572,03 ευρώ, με το συμβατικό τόκο υπερημερίας από την επομένη της κοινοποίησης της καταγγελίας και μέχρις εξοφλήσεως. Κατά τα αναφερόμενα δε στη μείζονα σκέψη της παρούσας (III), ο ανακόπτων, ως τελικός αποδέκτης τραπεζικού προϊόντος, υπάγεται στην έννοια του καταναλωτή, που προστατεύεται από τον Ν. 2251/1994. Περαιτέρω, από την επισκόπηση των ανωτέρω συμβάσεων, προκύπτει ότι στα άρθρα 4.6 και 10.1 της επίδικης με αριθμό …/….2003 σύμβασης και στο άρθρο 11.1 της επίδικης με αριθμό ..…1/..2003 σύμβασης περιέχεται η επιβάρυνση του ανακόπτοντος με την εισφορά του νόμου 128/1975, χωρίς να αναφέρεται η αιτία απαλλαγής της καθ’ ης τράπεζας από την υποχρέωσή της προς καταβολή της εισφοράς αυτής, αφού, το καθοριζόμενο στον νόμο 128/1975 μοναδικό, σαφές υποκείμενο απόδοσης της εισφοράς του Ν. 128/75 στην Τράπεζα της Ελλάδος είναι τα πάσης φύσεως πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα. Επομένως, στις επίδικες συμβατικές μετακυλίσεις της εισφοράς του Ν. 128/75, η συμφωνία ελευθερώσεως είναι άκυρη, καθώς δεν προβλέπεται στο κείμενο της συγκεκριμένης σύμβασης αιτία επιδόσεως ως προς τη συγκεκριμένη παροχή (ΕφΛαμ 124/2007 Αρμ.2009.1190, ΜΠρΛαμ 10/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΚερκ. 354/2009 Αρμ.2009.1370, ΜΠρΑΘ 5272/2011 Αρμ. 2012.410). Ο όρος αυτός, που διατυπώνεται όπως προαναφέρθηκε και στις δύο επίδικες συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, από την εξέλιξη των οποίων προέκυψε η έκδοση των προσβαλλόμενων διαταγών πληρωμής και ο οποίος προβλέπει τη μετακύλιση του βάρους της εισφοράς του Ν. 128/1975 στον δανειολήπτη, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, είναι άκυρος, καταχρηστικός, αδιαφανής και δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση σε βάρος του καταναλωτή, ενόψει του ότι προσκρούει στην απορρέουσα από το άρθρο 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994 αρχή της διαφάνειας, διότι η εισφορά του Ν. 128/1975 αποτελεί δημοσιονομικό βάρος που επιβαρύνει τις Τράπεζες, έναντι των πιστώσεων που παρέχουν στο κοινωνικό σύνολο, και έτσι το βάρος αυτό ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να μετατεθεί τυπικά στους άλλους κοινωνικούς εταίρους, καθώς μόνον τυπικός νόμος και όχι σύμβαση, είναι δυνατόν να επιβάλλει φόρο ή άλλο οικονομικό βάρος σε πολίτες (άρθρο 75 Συντ.) και ως εκ τούτου, η κατά κυριολεξία μετάθεση του φόρου, θα σήμαινε τουλάχιστον καταστρατήγηση του νόμου, που προέβλεψε για συγκεκριμένο λόγο την εισφορά. Ειδικά δε, η χωριστή επιβάρυνση του πιστολήπτη με επιτόκιο και εισφορά, δημιουργώντας σ’ αυτόν την πεπλανημένη αντίληψη περί των βαρών του, είναι πράγματι δυνατόν να θεωρηθεί ως καταχρηστικός όρος, επειδή πλήττει την οφειλόμενη διαφάνεια στη σχέση, μη προσδιορίζοντας με τρόπο ορισμένο και σαφή την παροχή του πιστολήπτη και ιδίως, την αιτία της. Επομένως, ως προς τα ποσά των απαιτήσεων για τα οποία εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες διαταγές πληρωμής, δεν προκύπτει από τα αποσπάσματα των εμπορικών βιβλίων της καθ’ ης τράπεζας, που προσκομίστηκαν, το σύνολο της οφειλής, για καθεμιά εξ αυτών, λόγω της ακυρότητας των συμπεριλαμβανομένων στους σχετικούς λογαριασμούς που τηρήθηκαν από την καθ’ ης ποσών της εισφοράς του ν. 128/1975, βάσει των ανωτέρω όρων των σχετικών συμβάσεων παροχής πίστωσης. Επίσης, η επιβάρυνση της συνολικής οφειλής και με την εισφορά του ν. 128/1975 έρχεται σε προφανή αντίθεση και με τις ρυθμίσεις του ν.2912/2001, κατά τον οποίο στην τελική οφειλή του δανειολήπτη δεν είναι επιτρεπτός ο συνυπολογισμός οποιοσδήποτε περαιτέρω επιβάρυνσης και ειδικότερα οποιουδήποτε φόρου, τέλους, εισφοράς ή εξόδων. Άλλωστε η διαλαμβανόμενη στην αρχή του άρθρου 42 Ν.2912/2001 φράση «κατ’ εξαίρεση των κειμένων διατάξεων» αναμφισβητήτως υποδηλώνει την επιθυμία του νομοθέτη να απαλλάξει τον δανειολήπτη από υπέρμετρη επιβάρυνση αλλά και να οριοθετήσει την εν γένει έκταση των εκ του δανεισμού υποχρεώσεών του, είτε αυτές είναι συμβατικές (όπως η άνω εισφορά του ν. 128/1975), είτε είναι νόμιμες (ΑΠ 1356/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, πρέπει να γίνει δεκτός ο παραπάνω πρόσθετος λόγος ανακοπής ως βάσιμος και κατ’ ουσία για αμφότερες τις υπό στοιχεία Α’ και Β’ ανακοπές, παρέλκει δε η έρευνα των λοιπών λόγων τους. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι κρινόμενες υπό στοιχεία Α’ και Β’ ανακοπές να γίνουν δεκτές και να ακυρωθούν τόσο η υπ’ αρίθμ. …./2013, όσο και η …/2013 διαταγές πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της καθ’ ης οι ανακοπές, λόγω της ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ απαράδεκτη τη συζήτηση των με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…2018 προσθέτων λόγων ανακοπής.
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ α) τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../…2013 ανακοπή, β) τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../….2013 ανακοπή, γ) τους με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../…2018 πρόσθετους λόγους ανακοπής και δ) τους με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ../…2018 πρόσθετους λόγους ανακοπής.
ΔΕΧΕΤΑΙ τις ανωτέρω ανακοπές.
ΑΚΥΡΩΝΕΙ τις υπ’ αριθμ. ../2013 και …/2013 διαταγές πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ης οι ανακοπές στα δικαστικά έξοδα του ανακόπτοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, ΑΠΟΦΑΣΙΣΘΗΚΕ και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Κέρκυρα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 12/3/2019, απάντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
