Δικαστικές αποφάσεις 2021 / 1 Νοεμβρίου 2021
Αριθμός απόφασης …../2021
Αριθμός κατάθεσης ανακοπής …./…../…….2021
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
(Ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών)
Συγκροτήθηκε τη Δικαστή …., Πρωτόδικη, που ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και τη Γραμματέα ….
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την ….. 2021. για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΩΝ ΑΝΑΚΟΠΤΟΝΤΩΝ: 1) Της ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία «……. & ΣΪΑ Ε.Ε. ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στη ……., οδός ……, αριθμ. ….. με Α.Φ.Μ. …….και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ……… του ……, κατοίκου …….Θεσσαλονίκης, οδός; ….., αρ…. ΑΦΜ:……., οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, ………. (ΑΜ ΔΣΘ …….), η οποία κατέθεσε προτάσεις και -ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της ανακοπής και σε αυτές, κατά
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΑΝΑΚΟΠΗ: 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΓΙΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ» (Αρ. ΓΕΜΒ 138019601000), που εδρεύει στην Νέα Σμύρνη Αττικής, Λεωφόρος Συγγρού αρ. 209-211, με ΑΦΜ 800715056, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία έχει συσταθεί και αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 4354/2015. όπως αυτός τροποποιημένος ισχύει, υπό την ιδιότητά της ως μη δικαιούχου διάδικου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία «LANA SECURITIZATION S.A.R.L.», που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, στην διεύθυνση 2, Λεωφόρος Charles de Gaulle, L-1653, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου, με αρ.μητρώου Β-229006, όπως νόμιμα εκπροσωπείται (καταχώρηση στο Δημόσιο Βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών της σύμβασης Διαχείρισης Επιχειρηματικών απαιτήσεων άρθ. 10 παρ. 14 και 16 του Ν. 3156/2003 με αριθμό πρωτοκόλλου 206/1-8-2019), οι οποίες απαιτήσεις έχουν μεταβιβαστεί στο πλαίσιο τιτλοποίησης αξιώσεων σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3156/2003, από την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός Σταδίου, αριθμός 40, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, στην προαναφερόμενη αλλοδαπή εταιρεία, δυνάμει της από 29/11/2018 σύμβασης πώλησης και αγοράς απαιτήσεων, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, καθώς και της από 27/12/2018 σύμβασης μεταβίβασης/εκχώρησης απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 331/27-12-2018, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της, ……….. (ΑΜΔΣΘ …..), η οποία κατέθεσε προτάσεις·, και-ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτές και να απορριφθεί η ανακοπή και 2) Της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία. «ALPHA Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρία» και έδρα την Αθήνα οδός Σταδίου, αρ.4θ, νομίμως εκπροσωπούμενης, ΑΦΜ:094014249, η οποία δεν παραστάθηκε
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενή έκθεση επίδοσης υπ’ αρ. …. γ/…….2021 του δικαστικού επιμελητή- του Εφετείου Θεσσαλονίκης ……., προκύπτει ότι επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη των καθτον η ανακοπή ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της ανακοπής με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Ωστόσο, στη δικάσιμο αυτή, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά τού πινακίου (αριθμός 15) η δεύτερη των καθ’ων δεν παραστάθηκε στη δίκη. Συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην, κατά τις διατάξεις των άρθρων 937 παρ.3, 591 παρ.1 και 271 παρ.2 ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη ανακοπή, οι ανακόπτοντες ζητούν, να ακυρωθεί η υπ΄ αριθμ. …../…..2021 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ……….. καθώς, και κάθε άλλης, προηγούμενης ή επόμενης, πράξης εκτέλεσης, που διενεργήθηκε με βάση την προαναφερόμενη έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης. Τέλος, ζητούν να καταδικασθούν οι καθ’ ων στα δικαστικά τους έξοδα.
Με τέτοιο περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη ανακοπή εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιου Δικαστηρίου (άρθρα 933 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ). για να συζητηθεί κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. ΚΠολΔ (άρθρο 937 παρ. 3 ΚΠολΔ). Έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 933 και 934 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλόμενη κατασχετήρια έκθεση επιδόθηκε στους ανακόπτοντες την ……2021 (βλ. την από …… επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης …. στο επιδοθέν στους ανακόπτοντες αντίγραφο της ανακοπτόμενης κατασχετήριας έκθεσης) και η ανακοπή ασκήθηκε εντός της προβλεπάμενης στο άρθρο 934 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ προθεσμίας των 45 ημερών από την ανωτέρω επίδοση, με την κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, τούτου την …..2021 και με την επίδοσή της στις ….2021 (βλ, αριθμ. … γ’ και .. γ’ /..-..-2021 έκθεσή επίδοσης του δικαστικού επιμελητή τής περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ……), δοθέντος ότι για να αρχίσει να τρέχει η ως άνω προθεσμία των 45 ημερών του άρθρου 934 παρ.Ι πέρ.α ΚΠολΔ. δεν αρκεί η σύνταξη της. κατασχετήριας έκθεσης, αλλά για την περιφρούρηση του δικαιώματος άμυνας του καθ’ ού η εκτέλεση θα πρέπει να συντελείται και η επίδοσή της στον τελευταίο, ώστε να εξασφαλιστεί η επίσημη γνώση του για την κατάσχεση (ΜονΠρΛαμ 42/2019. ΤΝΠ Νόμος, βλ. Γέσιου –
Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Γεν. Μέρος, ΕΓ έκδοση, σελ 702, παρ. 28). Εφόσον λοιπόν, η ανωτέρω κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ανακοπή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 585 § 2 εδ. β’ και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει δε να εξεταστεί περαιτέρω, ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των αντίστοιχων λόγων της. Ωστόσο, το αίτημα περί ακύρωσης κάθε περαιτέρω πράξης εκτέλεσης είναι αόριστο και. συνεπώς, απορριπτέο ως απαράδεκτο, διότι, ναι μεν είναι δυνατή, κατά τη διάταξη του άρθρου 69 παρ. 1 περ. δ* ΚΠολΔ, η συμπροσβολή πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης που δεν έχουν διενεργηθεί κατά τον χρόνο άσκησης της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και στηρίζονται στις προσβαλλόμενες με αυτήν, πλην, οι πράξεις αυτές θα πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της ανακοπής (λ.χ. πλειστηριασμός, περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης κ.λπ.}, χωρίς να αρκεί η γενική αναφορά σε «κάθε άλλη πράξη της επισπευδόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης».
Γ. Ως ενεργητική νομιμοποίηση στην αναγκαστική εκτέλεση νοείται η εξουσία ορισμένου προσώπου να ενεργήσει αναγκαστική εκτέλεση και να την απευθύνει κατά συγκεκριμένου άλλου προσώπου. Σύμφωνα με το άρθρο 919 ΚΠόλΔ. στο οποίο διαγράφονται τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας στο ελληνικό Οικονομικό δίκαιο, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται 1) όταν πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του επίδικου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της, 2) όταν πρόκειται για όλους τους άλλους εκτελεστούς τίτλους, υπέρ των δικαιούχων και κατά των υπόχρεων που αναφέρονται σε αυτούς υπέρ και κατά των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 327, καθώς και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του πράγματος μετά τη σύνταξη του εγγράφου ή την έκδοση του τίτλου. Ο συνδυασμός του άρθρου 919 ΚΠολΔ με τα άρθρα 325, 326, 327 και 329 ΚΠόλΔ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, αναφορικά με δικαστικές αποφάσεις, ρυθμίζονται στο νόμο περιπτώσεις επεκτάσεως των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας, αντίστοιχες με εκείνες της επεκτάσεως των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου. Τα ενεργητικά και παθητικά νομιμοποιούμενα πρόσωπα στην αναγκαστική εκτέλεση λοιπόν ταυτίζονται κατ’ αρχήν με· τα πρόσωπα έναντι των οποίων ισχύει το δεδικασμένο και στηρίζουν την νομιμοποίηση τους επίσης κατ’ αρχήν στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, ήτοι τον τίτλο από τον οποίο πηγάζουν η εκτελούμενη αξίωση και υποχρέωση και οι φορείς τους αντίστοιχα (Α. Πλεόρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη» σελ. 380 επ). Μολονότι δε που στις διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης του ΚΠολΔ δεν γίνεται ειδική αναφορά σε περιπτώσεις μη δικαιούχων και μη υπόχρεων διαδίκων, η εξαιρετική νομιμοποίηση δεν απουσιάζει βέβαια και σε αυτό εκτέλεση και να την απευθύνει κατά συγκεκριμένου άλλου προσώπου. Σύμφωνα με το άρθρο 919 ΚΠόλΔ. στο οποίο διαγράφονται τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας στο ελληνικό Οικονομικό δίκαιο, η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται 1) όταν πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει δεδικασμένο και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του επίδικου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος της, 2) όταν πρόκειται για όλους τους άλλους εκτελεστούς τίτλους, υπέρ των δικαιούχων και κατά των υπόχρεων που αναφέρονται σε αυτούς υπέρ και κατά των προσώπων που αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 327, καθώς και κατά των προσώπων που απέκτησαν τη νομή ή κατοχή του πράγματος μετά τη σύνταξη του εγγράφου ή την έκδοση του τίτλου. Ο συνδυασμός του άρθρου 919 ΚΠολΔ με τα άρθρα 325, 326, 327 και 329 ΚΠόλΔ οδηγεί στο συμπέρασμα ότι, αναφορικά με δικαστικές αποφάσεις, ρυθμίζονται στο νόμο περιπτώσεις επεκτάσεως των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας, αντίστοιχες με εκείνες της επεκτάσεως των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου. Τα ενεργητικά και παθητικά νομιμοποιούμενα πρόσωπα στην αναγκαστική εκτέλεση λοιπόν ταυτίζονται κατ’ αρχήν με· τα πρόσωπα έναντι των οποίων ισχύει το δεδικασμένο και στηρίζουν την νομιμοποίηση τους επίσης κατ’ αρχήν στον ίδιο τον εκτελεστό τίτλο, ήτοι τον τίτλο από τον οποίο πηγάζουν η εκτελούμενη αξίωση και υποχρέωση και οι φορείς τους αντίστοιχα (Α. Πλεόρη, Μη δικαιούχοι και μη υπόχρεοι διάδικοι στην πολιτική δίκη» σελ. 380 επ). Μολονότι δε που στις διατάξεις περί αναγκαστικής εκτέλεσης του ΚΠολΔ δεν γίνεται ειδική αναφορά σε περιπτώσεις μη δικαιούχων και μη υπόχρεων διαδίκων, η εξαιρετική νομιμοποίηση δεν απουσιάζει βέβαια και σε αυτό
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ.1 του ν. 3156/2003, τιτλοποίηση απαιτήσεων είναι η μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων λόγιο πώλησης με σύμβαση που καταρτίζεται εγγράφως μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος, σε συνδυασμό με την έκδοση και διάθεση, με ιδιωτική τοποθέτηση μόνον, ομολογιών οποιοσδήποτε είδους ή μορφής, η εξόφληση παν οποίων πραγματοποιείται: α) Από το προϊόν είσπραξης των επιχειρηματικών απαιτήσεων που μεταβιβάζονται ή β) Από δάνεια, πιστώσεις ή συμβάσεις παραγωγών χρηματοοικονομικών μέσων. Ως «ιδιωτική τοποθέτηση» θεωρείται η διάθεση των Ομολογιών σέ περιορισμένο κύκλο προσώπων, που δε μπορεί να υπερβαίνει τα εκατόν πενήντα. «Μεταβιβάζων», κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μπορεί να είναι έμπορος με εγκατάσταση στην Ελλάδα και «αποκτών» νομικό μόνο πρόσωπο- ανώνυμη εταιρεία – με σκοπό την απόκτηση και την τιτλοποίηση των απαιτήσεων (Εταιρεία Ειδικού Σκοπού).: Η εταιρία καταβάλλει το τίμημα και «τιτλοποιεί» τις απαιτήσεις εκδίδοντας αξιόγραφα «ομολογίες» ονομαστικής αξίας τουλάχιστον 100.000 ευρώ η κάθε μία (βλ. παράγραφο 5 του άρθρου αυτού). Στην πιο απλή μορφή της, η τιτλοποίηση συνίσταται στην εκχώρηση (μεταβίβαση λόγο) πώλησης) απαιτήσεων από έναν ή περισσότερους τομείς δραστηριότητας μιας εταιρείας προς μια· άλλη εταιρεία, η οποία έχει ως ειδικό σκοπό την αγορά των εν λόγω απαιτήσεων έναντι τιμήματος. Το τίμημα καταβάλλεται από το προϊόν της διάθεσης: σε επενδυτές ομολογιών, στο πλαίσιο ομολογιακού δανείου: που η λήπτρια εταιρεία εκδίδει για το σκοπό αυτό; Περαιτέρω, η σύμβαση μεταβίβασης των τιτλοπριούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων καταχωρίζεται σε περίληψη που περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 2844/2000 (βλ. παράγραφο 8 του άρθρου αυτού). Από την καταχώριση της σχετικής σύμβασης επέρχεται η μεταβίβαση των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων, εκτός αν άλλως ορίζεται στους όρους της σύμβασης, η δε μεταβίβαση (εκχώρηση) αναγγέλλεται εγγράφως από τον μεταβιβάζοντα ή την Εταιρία Ειδικού Σκοπού στον οφειλέτη (βλ, παράγραφο 9 του ίδιου άρθρου). Πς αναγγελία λογίζεται η καταχώριση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του ν. 2844/2000, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 8 του ιδίου άρθρου. Πριν από την αναγγελία δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα που απορρέουν από τη μεταβίβαση (εκχώρηση) λόγω πώλησης της παραγράφου 1, Η ανωτέρω καταχώριση γίνεται με δημοσίευση (κατάθεση εντύπου, η μορφή του οποίου καθορίστηκε με την 161337/2003 απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης) στο ενεχυροφυλακείο του τόπου της κατοικίας ή της έδρας του μεταβιβάζοντος, ως ενεχυροφυλακεία δε έως την ίδρυσή τους με π.δ. ορίζονται τα κατά τόπους λειτουργούντα σήμερα υποθηκοφυλακεία ή κτηματολογικά γραφεία της έδρας των Πρωτοδικείων. Η ratio της δημοσιότητας είναι η ανάγκη προστασίας των καλόπιστων τρίτων ομολογιούχων ή μη (εξομολογιακά αποκτώντων) και επομένως πριν από τη δημόσια καταχώριση της σύμβασής μεταβίβασης (εκχώρησής) λόγω πώλησης των τιτλοποιούμενων επιχειρηματικών απαιτήσεων στο αρμόδιο υποθηκοφυλακείο, δεν αποκτώνται έναντι τρίτων δικαιώματα (βλ.ΕφΔυτιΜακ 63/2013 Αρμ.2014.489. ΕφΠειρ 655/2005 ΔΕΗ 2005.1073).
IΙΙ. Με τις διατάξεις του άρθρου 925 ΚΠολΔ, οι οποίες προϋποθέτουν για την εφαρμογή τους τη συνδρομή των όρων που τάσσουν τα άρθρα 919 και 921 παρ. ί~3 ΚΠολΔ, επιβάλλονται πρόσθετες διατυπώσεις για τη διενέργεια αναγκαστικής εκτέλεσης σε περίπτωση καθολικής ή ειδικής διαδοχής του δικαιούχου ή καθολικής διαδοχής του υπόχρεου, οι οποίες συνίστανται πάντοτε μεν στην κοινοποίηση νέας επιταγής, των δε εγγράφων νομιμοποίησης, όταν πρόκειται ειδικά για την ενεργητική νομιμοποίηση του διαδόχου του δικαιούχου. Συγκεκριμένα, στην παρ. ϊ του εν λόγω άρθρου ορίζεται ότι εάν εκχώρησε καθολική ή ειδική διαδοχή του δικαιούχου, η αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί ούτε να αρχίσει ούτε να συνεχισθεί προτού κοινοποιηθούν με την επιταγή τα έγγραφα που νομιμοποιούν τον επιτάσσοντα ως διάδοχο. Μνεία απλώς των εν λόγιο έγγραφων στην επιταγή δεν αρκεί (ΑΠ 345/2006 ΕλλΔνη 2006.807, ΜονΠρωΘες 10146/2016 αδημ. , Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Μάζης), Ερμηνεία ΚΠΟλΔ ~ Αναγκαστική Εκτέλεση, 2H έκδ, 202 1, άρθρο 925, αριθ. 1, σελ. 164), Η διάταξη εφαρμόζεται και στην περίπτωση ανάθεσης της είσπραξης απαιτήσεων από τραπεζικά δάνεια ή πιστώσεις σε διαχειριστική εταιρεία του άρθρου 1 του Ν. 4354/2015, όπως τροποποιήθηκε, η οποία οφείλει να κοινοποιήσει την οικεία διαχειριστική σύμβαση, όπως επίσης, όταν η διαχείριση της έχει ανατεθεί από εταιρεία απόκτησης τέτοιων απαιτήσεων, και πιστοποιητικού καταχώρισης στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 του Ν, 2844/2000 της σύμβασης πώλησης και μεταβίβασής τους στην τελευταία ( Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Μάζης), ό,π. , άρθρο 925 αριθ. 1, σελ. 165). Αδιάφορη δε παραμένει η άλλοθεν γνώση της διαδοχής από τον καθ’ου, ενώ η παράβαση του άρθρου 925 παρ. 1 ΚΠολΔ συνεπάγεται ακυρότητα της εκτέλεσης ανεξαρτήτως βλάβης, δεδομένου ότι η φράση του νόμου «δεν δύναται να αρχίσει ή να συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση» είναι ισοδύναμη με την απειλή ακυρότητας (ΑΠ 345/2006 ΕλλΔνη 2006,807 και σε Μπρίνια 1., Αναγκαστική Εκτέλεση άρθρο 925 παρ. 124, σελ, 319). Η ratio legis της θεσπισθείσας ειδικής πρόσθετης διατύπωσης του άρθρου 925 ΚΠολΔ εντοπίζεται στην αποφυγή αιφνιδιασμού του καθου η εκτέλεση οφειλέτη ως προς τη διαδοχή στο πρόσωπο του επισπεύδοντας δανειστή και εφαρμόζεται και επί μετάθεσης της νομιμοποίησης προς δικαστική επιδίωξη της απαίτησης από το πρόσωπο του δικαιούχου της απαίτησης σε τρίτο – μη δικαιούχο διάδικο (βλ, Α. Ηλεύρη, ό.π., σελ. 380 επ. με ειδική αναφορά στην περίπτωση που ο δικαιούχος της απαιτήσέως και επισπεύδουν την αναγκαστική εκτέλεση κηρυχθεί σε πτώχευση μετά την επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση, οπότε ο σύνδικος θα συνεχίσει την αναγκαστική εκτέλεση, αφού προηγουμένως επιδώσει νέο αντίγραφο εξ απογράφου με νέα επιταγή προς εκτέλεση, όπου θα επισυνάπτεται ως νομιμοποιητικό έγγραφο η απόφαση που κήρυξε την πτώχευση, ΠολΠρΘες 10411/2019 αδημ., ΜονΠρΠατρ 136/2021 ‘ΤΝΠ ΔΣΑ),
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ανακοπής τους, οι ανακόπτοντες ισχυρίστηκαν ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής τυγχάνει ακυρωτέα, επειδή δεν αποδείχθηκε με έγγραφα η ενεργητική νομιμοποίηση της καθ’ης η ανακοπή για την υποβολή της αίτησης για την έκδοση της διαταγής πληρωμής και, πιο συγκεκριμένα, δεν αποδείχθηκε ότι ή τελευταία τυγχάνει δικαιούχος των δικαιωμάτων που απορρέουν από την απαίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ κατά των νυν ανακόπτοντων καθώς, επίσης, δεν νομιμοποιείται στην έναρξη, επίσπευση και συνέχιση πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης. Τέλος, ισχυρίζονται ότι εν προκειμένω δεν’ προσκομίστηκε η σύμβαση μεταβίβασης με την οποία μεταβιβάστηκε στην «LANA SECURITIZATION S.A.R.L.», που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, η διαχείριση των απαιτήσεων της οποίας έχει ανατεθεί στην καθ’ης, ως προς τη συγκεκριμένη απαίτηση για την οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. …./2020 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των νυν ανακοπτόντων.
Ο προκείμενος λόγος ανακοπής προβάλλεται παραδεκτώς, απορριπτομένου ως νομικά αβάσιμου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της καθ’ης η ανακοπή, είναι δε νόμιμος, ερειδόμενος στις διατάξεις των άρθρων 919 ΚΠολΔ, 10 παρ. L 8, 9 και 10 του Ν. 3156/2003 και 925 ΚΠολΔ και, πρέπει, να εξετασθεί και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Στις ..-2020, η πρώτη των καθ’ ων η ανακοπή επέδωσε στους ανακόπτοντες αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της υπ’ αριθμ. …/2020 διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία είχε εκδοθεί κατά των ανακόπτοντων, κατόπιν σχετικής αίτησης που είχε υποβάλλει η ανώνυμη εταιρεία «CEPAL HELIAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις». Ετη συνέχεια, κατόπιν της από ……2021 έγγραφης εντολής προς εκτέλεση που παρέσχε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καθ’ης η ανακοπή, ………….., προς το δικαστικό επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, …….., η καθ’ης προέβη. δυνάμει της υπ’ αριθμ. …/…-…-2021 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας που συνέταξε ο αυτός ως άνω δικαστικός επιμελητής, σε αναγκαστική κατάσχεση των κάτωθι ιδιοκτησιών : α) μίας διαιρετής ιδιοκτησίας – επαγγελματικός χώρος στον ισόγειο όροφο του τμήματος Γάμα του κτιρίου, ο οποίος φέρει αριθμό εσωτερικής αριθμήσεως στον όροφο αυτό Γ – Κ. 100, με ΚΑΕΚ ……………./…/…, εμβαδού 263,94 τ.μ. β) μίας διαιρετής ιδιοκτησίας – αποθηκευτικός χώρος στον υπόγειο όροφο του τμήματος Γάμα του κηρίου, ο οποίος φέρει αριθμό εσωτερικής αριθμήσεως στον όροφο αυτό Γ — ΥΠ. 10, με ΚΑΕΚ ……………/…/…, εμβαδού 272,86 τ.μ., γ) μίας διαιρετής ιδιοκτησίας – επαγγελματικός χώρος στον ισόγειο όροφο του τμήματος Γάμα του κτιρίου ο οποίος φέρει αριθμό εσωτερικής αριθμήσεως στον όροφο αυτό Γ – Κ. 10β2, με ΚΑΕΚ ………………../…./…, εμβαδού 227,24 τ.μ. και δ) μίας διαιρετής ιδιοκτησίας – αποθηκευτικός χώρος στον υπόγειο όροφο του τμήματος Γάμα του κτιρίου, ο οποίος φέρει αριθμό εσωτερικής αριθμήσεως στον όροφο αυτό Γ – ΥΠ. 10β2, με ΚΑΕΚ ………………/…/…, εμβαδού 239,70 τ.μ.. Ακολούθως ορίσθηκε ως ημέρα διεξαγωγής ηλεκτρονικού πλειστηριασμού των ως άνω ακινήτων η …..-2021, ημέρα Τετάρτη και ώρα 10:00 π.μ. έως 14:00 μ.μ.. Περαιτέρω, με τη νυν προσβαλλόμενη επιταγή προς εκτέλεση, η καθ’ης η ανακοπή υποχρέωσε τους ανακόπτοντες όπως της καταβάλλουν : 1) για επιδικασθέν κεφάλαιο, το ποσό των διακοσίων πενήντα χιλιάδων (250,000,00 ευρώ), πλέον των αναλογούντων σ’ αυτό συμβατικών τόκων υπερημερίας από την …- …-2015, και εφεξής, με εξάμηνο ανατοκισμό, πλέον των εξόδων και λοιπών επιβαρύνσεων εν γένει έως την ολοσχερή εξόφληση, 2) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, το ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων εξήντα τριών ευρώ (2,763.00). 3) για δαπάνες έκδοσης αντιγράφου εξ απογράφου το ποσό των δύο (2.00) ευρώ, 4) για σύνταξη της επιταγής το ποσό των πενήντα (50.00) ευρώ και 5) για επίδοση αντιγράφου εξ απογράφου με την παρούσα επιταγή το ποσό των διακοσίων σαράντα ενός και ογδόντα λεπτών (241,80) ευρώ), εντόκως με το νόμιμο επιτόκιο υπερημερίας από την επομένη επίδοσης της επιταγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ συνήψε με την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «LANA SECURÍTÍZATÍÜN S.Á.R.L.», που εδρεύει στο Λουξεμβούργο την από 27-12-2018 σύμβαση με αντικείμενο την πώληση και μεταβίβαση επιχειρηματικών απαιτήσεων, στο πλαίσιο τιτλοποίησης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις της πρώτης εκ των προαναφερθεισών εταιρείας, κατά τις διατάξεις των άρθρων 455 ΑΚ και 10 παρ. 1. του Ν. 3156/2003, στιςοποίες συμπεριλαμβανόταν και η ένδικη απαίτηση κατά των ανακοπτόντων, με αποτέλεσμα η τελευταία να καταστεί ειδική διάδοχος της εταιρείας με την επωνυμία ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και ως προς την εν λόγω απαίτηση, περίληψη δε της επίμαχης σύμβασης καταχωρίσθηκε αυθημερόν στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου …./ …-2018 Ακολούθως, η ανωτέρω ειδική διάδοχος ανέθεσε στην καθ’ης η ανακοπή, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις» και to διακριτικό τίτλο «CEPAL HELLAS», την είσπραξη και διαχείριση της επίδικης απαίτησης δυνάμει της υπ’ αριθμ. 2…/.-..-2019 συναφθείσας σύμβασης διαχείρισης, περίληψη της οποίας καταχωρίσθηκε στα δημόσια βιβλία του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με α/α ..και στον τόμο 10. Σημειωτέον, η τελευταία, είχε αιτηθεί την έκδοση της προμνησθείσας διαταγής πληρωμής της Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά των ανακοπτόντων και στο όνομα της οποίας εκδόθηκε η τελευταία. Περαιτέρω, η καθ’ης η ανακοπή επικαλέστηκε με την αίτηση της για την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής τα ακόλουθα έγγραφα : 1) Την υπ’αριθμ. …../..-..- 2008 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό από την οποία προκύπτει ότι η δεύτερη των καθ’ων η ανακοπή τραπεζική εταιρεία χορήγησε στους ανακόπτοντες πίστωση μέχρι του ποσού του 1.250,000 ευρώ, 2) τις πρόσθετες πράξεις που ακολούθησαν της κύριας συμβάσεως. 3) τις υπ’ αριθμ. …Β και …..Β /..-..-2016 εκθέσεις επίδοσης τοι) δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, ……., τις υπ’ αριθμ. ….., ….. Β και … ΣΤ /..-..-2016 εκθέσεις επίδοσης του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή, από τις οποίες προκύπτει ότι η πρώτη των καθ’ων επέδωσε στους ανακόπτοντες εξώδικη δήλωση – πρόσκληση με την οποία: τους γνωστοποίησε το κλείσιμο των τηρούμενων λογαριασμών, 4) Τα αποσπάσματα των κινήσεων των υπ’ αριθμ. …………….., ………………., ………………… και ……………… λογαριασμών, νόμιμα εξηγμένα από τα τηρούμενα σε ηλεκτρονική μορφή εμπορικά βιβλία της τράπεζας ALPHA BANK A.Η., 5) την περίληψη της από ..-1..-2018 σύμβασης πώλησης και αγοράς απαιτήσεων μεταξύ της ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ και της «LANA SECURITIZATION S.A.RX,» και 6) περίληψη της από 31-7-2019 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων ως καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, στην οποία αναφέρεται ότι η εταιρεία «LANA SECURITIZATION S.A.RX,» ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων της στην καθ’ης. Τα ως άνω έγγραφα μνημονεύονται και στο κείμενο της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής ως ληφθέντα υπ’ όψιν της αρμόδιας για την έκδοση της. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, η αιτούσα δεν προσκόμισε έγγραφα από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η ένδικη σύμβαση και η εξ αυτής απορρέουσα απαίτηση αvαμεταβιβάστηκε από την ως άνω εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία «LANA SECURITJZATION S.A.R.L.», που εδρεύει στο Λουξεμβούργο, στην ίδια (αιτούσα). Η τελευταία αλλοδαπή εταιρεία αλλά και η καθ’ης ως διαχειρίστρια αυτής όφειλε να είχαν συγκοινοποιήσει στους ανακόπτοντες τη συμφωνία εκχώρησης – μεταβίβασης των εν λόγω δικαιωμάτων, δεδομένου ότι η σύμβαση αυτή δεν υποκαθίσταται από την απλή επίκληση της σύμβασης, καθόσον το συγκεκριμένο αυτό στοιχείο, είναι αναγκαίο για τη συντέλεση της εκ του νόμου εκχώρησης – μεταβίβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 455 και 460 του Α.Κ., δεδομένου ότι μόνο μετά την επίδοση επέρχεται η εκχώρηση ~ μεταβίβαση της απαίτησης προ την αλλοδαπή εταιρεία και έκτοτε η τελευταία καθίσταται δικαιούχος της κατά τα άνω εκχωρηθείσας – μεταβιβασθείσης δανειακής απαίτησης. Και,, πιο συγκεκριμένα, ουδόλως αναφέρεται ποια είναι η σύμβαση μεταβίβασης με την οποία συγκεκριμένα μεταβιβάστηκαν στην
ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία οι προαναφερόμενες συμβάσεις ούτε με ποιο τίμημα και ως εκ τούτου, δεν υποδεικνύεται εγγράφως ότι η ανωτέρω αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού είναι δικαιούχος της αναφερόμενης απαίτησης, αφού ουδόλως προσδιορίζεται ατομικά η συγκεκριμένη απαίτηση που η ΑΛΦΑ. ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ επέλεξε και συμφώνησε να πωλήσει – εκχωρήσει προς την εταιρεία. «LANA SECURITIZATION S.A.RX.». Επίσης, στα συνημμένα στην επιδοθείσα διαταγή πληρωμής, έγγραφα δεν περιλαμβάνεται η σχετική απόφαση του Διοικητικού συμβουλίου της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με το οποίο ανατέθηκε στην καθ’ης η άσκηση της εξουσίας εκπροσώπησης: της ενεργούσας ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, προς τον σκοπό συνάψεως της συγκεκριμένης σύμβασης διαχείρισης. Από τα προαναφερόμενα έγγραφα δεν αποδεικνύεται ότι η απαίτηση που απορρέει από την ένδικη σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού η οποία, όπως ομολογείται από την καθ’ης, μεταβιβάστηκε στην εταιρεία ειδικού σκοπού «LANA SECURITIZATION S.A.R.L.», είχε αναμεταβιβαστεί, κατά το χρόνο έκδοσης: της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, από την ως άνω εταιρεία στην καθ’ης δεδομένου ότι από τις προαναφερόμενες δημοσιεύσεις αφενός μεν δεν προκύπτει εάν η συγκεκριμένη απαίτηση περιλαμβάνεται μεταξύ του πλήθους των συμβάσεων που αναμεταβιβάστηκαν στην αιτούσα τη .διαταγή πληρωμής, αφετέρου δε οι εν λόγο) δημοσιεύσεις εξυπηρετούν την ισχύ της σύμβασης μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων έναντι των τρίτων και δεν υποκαθιστούν την αναγκαιότητα προσκομιδής της σύμβασης αυτής κατά τη διαδικασία έκδοσης της διαταγής πληρωμής προς απόδειξη της νομιμοποίησης της αιτούσας. Κατόπιν τούτων, ο πρώτος λόγος της ανακοπής πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος, παρελκόμενης της εξέτασης των λοιπών λόγων, καθόσον επί ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ, αρκεί να γίνει δεκτός ένας λόγος που επιφέρει την ακυρότητα των προσβαλλόμενων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, καθιστώντας την εξέταση των υπολοίπων λόγων άνευ αντικειμένου. Μετά ταύτα, πρέπει να γίνει δεκτή η ανακοπή, να ακυρωθεί η υπ’ αρ. …/…..-2021 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, …. και ο επισπευδόμενος ένεκα αυτής πλειστηριασμός και να καταδικαστεί, η καθ’ ης η ανακοπή στα δικαστικά έξοδά των ανακοπτόντων λόγω της ήττας της (άρθρο 176 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Παράβολο ερημοδικίας δεν πρέπει να ορισθεί, διότι απαγορεύεται η άσκηση ερημοδικίας κατά της παρούσας (άρθρο 937 παρ.ί ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την ανακοπή,
ΑΚΥΡΩΝΕΙ την υπ΄ αρ. …/..-..-2021 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή τού Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, …………. και τον επισπευδόμενο ένεκα αυτής πλειστηριασμό,
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την καθ’ ης η ανακοπή στα δικαστικά έξοδα παν ανακοπτόντων, τα οποία ορίζει στο ποσόν των 350- τριακοσίων πενήντα ευρώ.
